ἑκηβολία

ἑκηβολ-ία, [dialect] Ep. [suff] ἑκηβολ-ίη, ,
A skill in archery, Il.5.54 (pl.) : later in sg., Call. Ap.99,Str.8.3.33, AP6.26 (Jul.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑκηβολία — ἑκηβολίᾱ , ἑκηβολία skill in archery fem nom/voc/acc dual ἑκηβολίᾱ , ἑκηβολία skill in archery fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εκηβολία — ἑκηβολία, η (Α) η τέχνη ή ικανότητα να ρίχνει εύστοχα κανείς (τόξο κ.λπ.) από μακριά …   Dictionary of Greek

  • ἑκηβολίᾳ — ἑκηβολίαι , ἑκηβολία skill in archery fem nom/voc pl ἑκηβολίᾱͅ , ἑκηβολία skill in archery fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκηβολίας — ἑκηβολίᾱς , ἑκηβολία skill in archery fem acc pl ἑκηβολίᾱς , ἑκηβολία skill in archery fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκηβολίαι — ἑκηβολία skill in archery fem nom/voc pl ἑκηβολίᾱͅ , ἑκηβολία skill in archery fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκηβολίαν — ἑκηβολίᾱν , ἑκηβολία skill in archery fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκηβολίαις — ἑκηβολία skill in archery fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκηβολίην — ἑκηβολία skill in archery fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκηβολίης — ἑκηβολία skill in archery fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκηβολίῃσιν — ἑκηβολία skill in archery fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.